Κυριακή του Τυφλού

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, μας αποκαλύπτεται, μεταξύ των άλλων πνευματικών νοημάτων και το χάσμα που υπάρχει μεταξύ της δικής μας σκέψης και της σκέψης του Θεού.

Είναι πολύ δυσδιάκριτος και τις περισσότερες φορές ακατανόητος «ο νους του Κυρίου», ο τρόπος δηλαδή που σκέφτεται και ενεργεί ο Θεός. Περπατούσε ο Ιησούς σε έναν τόπο και είδε έναν εκ γενετής τυφλό. Αμέσως οι μαθητές, οι οποίοι ήταν αναθρεμμένοι ως Ιουδαίοι και πίστευαν πολύ στην θεοδικία, στην θρησκευτική αντίληψη δηλαδή, που λέει, πως όταν δεν τηρούμε το θέλημα του Θεού, ο Θεός μας τιμωρεί, ρώτησαν αυθόρμητα τον Χριστό: «Στην περίπτωση του τυφλού, Κύριε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί αυτός ο άνθρωπος τυφλός; ο ίδιος ή οι γονείς του;

Αμέσως ο Χριστός, ο Οποίος πάντοτε θέλει, όχι μόνο να πράττουμε το σωστό, αλλά και να σκεφτόμαστε σωστά, απάντησε: «Ούτε ο τυφλός αμάρτησε αλλά ούτε και οι γονείς του. Απλά γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος τυφλός, ώστε να έρθω εγώ, να τον θεραπεύσω και να φανερωθεί διαμέσου και αυτού του γεγονότος, η δόξα και η δύναμη του Θεού».

Ανατρέπει δηλαδή εδώ ο Χριστός την αντίληψη για την θεοδικία προχωρώντας την σκέψη και την αντίληψή μας ένα επίπεδο υψηλότερα, ώστε να μαθαίνουμε σιγά- σιγά να σκεφτόμαστε ορθά και κατά το θέλημα Του.

Στο γεγονός αυτό, στην απάντηση δηλαδή του Χριστού, βρίσκουμε την ερμηνεία για τα πολλά «γιατί», που έχουμε στην ζωή μας. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα πράγματα στην ζωή δεν μας πηγαίνουν καλά και επειδή ακριβώς εξετάζοντας τον βίο μας, δεν βρίσκουμε να έχουμε κάνει κάτι κακό, διερωτόμαστε γιατί μας συμβαίνουν αναποδιές, δυσάρεστα γεγονότα κ.λπ.

Ο τρόπος που και ο σοφότερος άνθρωπος προσεγγίζει και κατανοεί τον εαυτό του και τον κόσμο, απέχει, όσο ο ουρανός από την γη, σε σχέση με την σκέψη του Θεού και αυτό είναι αβίαστα φυσικό.

Η υπαρξιακή μας κατάσταση που είναι η κτιστότητά μας, το ότι είμαστε δηλαδή κτιστά πλάσματα περιορισμένα μέσα στην ύλη χωρίς να έχουμε την δυνατότητα να «δούμε» πέρα από αυτήν, μας καθιστά τυφλούς ως προς την μία και μοναδική αλήθεια που είναι αυτός ο Χριστός.

Ο άνθρωπος, ως θνητό και πεπερασμένο ων, μπορεί να δει και να κατανοήσει μόνο ότι υφίσταται στην πεπερασμένη διάστασή του, στα στενά όρια της θνητότητας, σε αυτό δηλαδή που έχει αρχή και τέλος. Και ως προς τον πνευματικό κόσμο χαρακτηριστικό μας γνώριμα, είναι η τύφλωση ή στην καλύτερη περίπτωση η θολερότητα, η ιδιότητα δηλαδή του θολερού και του σκιώδους.

Έτσι λοιπόν είναι δυσερμήνευτο για εμάς, γιατί να μείνει τόσο χρόνια ένας άνθρωπος τυφλός, να ταλαιπωρείται, να βασανίζεται, να μην μπορεί να κάνει την ζωή του όπως οι άλλοι, μόνο και μόνο για να έρθει κάποια στιγμή ο Χριστός και να τον θεραπεύσει ή τελικά να μην το θεραπεύσει. Και όταν αναφερόμαστε στον τυφλό της παραβολής, ας εννοήσουμε όλα τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στην ζωή, από την στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι την κοίμησή μας. Όλα όσα ακούμε, όσα μαθαίνουμε και όσα βιώνουμε.

Ο άνθρωπος που διερωτάται «πως συμβαίνουν αυτά;», «γιατί συμβαίνουν αυτά;» «είναι δίκαιο να μου συμβαίνει αυτό;» είναι απλά ακόμη τυφλός ως προς την αλήθεια του Θεού, δέσμιος της ύλης, της υπαιτιότητας και της αναγκαιότητας της.

Ο άνθρωπος από την άλλη πλευρά, που σταμάτησε να αναρωτιέται: «πως;», «γιατί;», «ποιος αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του», είναι ο αλλοιωμένος, ο μεταλλαγμένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος, όπως ακριβώς μας τον περιγράφει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος στον λόγο του «Περί πίστεως και γνώσεως». Αναφέρει λοιπόν ο Άγιος:

«Η ψυχή που περπατά στις στράτες της ευσεβείας και στους δρόμους της πίστεως, και κατόρθωσε να βαδίσει καλά σ’ αυτούς, αποκτά νοερή δύναμη, που φανερώνεται στην ψυχή από τις μυστικές μαρμαρυγές της θεϊκής χάρης, και πορεύεται με απλότητα σε όλα· γιατί η ψυχή που παρέδωσε μια φορά τον εαυτό της με πίστη στον Θεό, και που δοκίμασε πολλές φορές τη γεύση της φροντίδος Του, δεν πιάνει πάλι να νοιάζεται για άλλα πράγματα, αλλά κάθεται κατάπληκτη και σωπαίνει, σαν να έχει φίμωτρο, και δεν έχει εξουσία να γυρίσει πάλι σε κείνους τους τρόπους με τους οποίους αποκτάται η γνώσις του κόσμου, και να ζει μ’ αυτούς.

Επειδή, σ’ όσους ανέτειλε το φως της πίστεως, αυτοί δεν μπορούνε πάλι να παρακαλέσουνε για τον εαυτό τους τον Θεό, ούτε να Του ζητήσουνε, δος μας τούτο ή πάρε από μας εκείνο, κι ούτε φροντίζουνε για τον εαυτό τους ή για κάποιον άλλον, με κανένα τρόπο· επειδή με τα νοερά μάτια της πίστεως βλέπουνε σε κάθε άγγιγμα της ζωής την πατρική πρόνοια να τους σκεπάζει και νάρχεται πάνω τους από εκείνον τον Πατέρα τον αληθινόν, που ξεπερισσεύει η πολλή και αμέτρητη αγάπη Του προς την πλάση ολάκερη». (Τέλος της παραπομπής).

Με την ισχυρή εμπιστοσύνη στον Θεό, ο νους μας λαμβάνει το χάρισμα, να ίπταται επάνω από το φαινόμενα και τα ορώμενα και να παραδίδεται στο αλάνθαστο θέλημα του Πατέρα. Ελευθερώνεται από την αναγκαιότητα της ύλης και της θνητότητας και καθαρός και υγιής πλέον βαδίζει το σύντομο μονοπάτι της ζωής.

Ο Χριστός αναστήθηκε, ανακαινίζοντας όλη την κτίση, ώστε από τα παλιά να περάσουμε στα καινούργια! Από τον παλιό τρόπο σκέψης να περάσουμε στον καινούργιο!

Χριστός Ανέστη!