• Αρχιερείς
  • Διατελέσαντες Κληρικοί
  • Αγιογράφος
  • Ευεργέτες-Δωρητές
Αρχιερείς που υπηρέτησαν στον Ιερό Ναό
Κληρικοί που υπηρέτησαν στον Ιερό Ναό
Ο ζωγράφος-αγιογράφος Κωνσταντίνος Αρτέμης (1878-1972) Περισσότερα
Κυριότεροι ευεργέτες-δωρητές του Ι. Ναού Περισσότερα

Κυριακή των Μυροφόρων

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Κυριακή των Μυροφόρων, σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί, δεύτερη Κυριακή από την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου. Έχουμε πει και άλλες φορές, πως οι Κυριακές του έτους είναι οι ημέρες της ανάμνησης του γεγονότος της Αναστάσεως. Βέβαια, όσο πιο κοντά χρονολογικά βρισκόμαστε στην Ανάσταση, τόσο πιο έντονα νιώθουμε και θυμόμαστε το μεγάλο αυτό γεγονός.

Όσο περνάει ο χρόνος και οι επόμενες Κυριακές που ακολουθούν απομακρύνονται από τη μία, την πρώτη, την μεγάλη ημέρα της Ανάστασης, τόσο χάνεται και η ζωντανή αίσθηση για το γεγονός αυτό.

Δεν θα έπρεπε όμως να συμβαίνει έτσι. Πρέπει να έχουμε πλήρη συνείδηση, πως κάθε Κυριακή, ολόκληρο τον χρόνο, γιορτάζουμε την ίδια Ανάσταση με τον ίδιο πόθο και την ίδια πνευματική αίσθηση.

Την δεύτερη αυτή Κυριακή μετά την Ανάσταση λοιπόν, ακούμε την διήγηση για τον ενταφιασμό του νεκρού σώματος του Κυρίου από τον Ιωσήφ της Αριμαθαίας και στην συνέχεια την πρώτη επίσκεψη στον τάφο του Κυρίου, των πιστών ακόλουθων γυναικών των Μυροφόρων.

Η γυναικεία καρδιά με την θέρμη και την αφοσίωσή της, πρωί-πρωί «της μιάς των Σαββάτων», εβραϊσμός που δηλώνει την ημέρα της Κυριακής, παρότρυνε τις Μυροφόρες να μεταβούν στον μνημείο, για να μυρώσουν το σώμα του Ιησού κατά το εβραϊκό έθιμο.

Ήταν παρούσες όταν ο Ιωσήφ ενταφίασε το σώμα του Ιησού οπότε και γνώριζαν ποιο ήταν αυτό το μνημείο. Στο μνήμα πήγαν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη.

Η αφοσίωση των γυναικών αυτών τις έκανε να αψηφήσουν τους φόβους τους και να πάνε στον τάφο που τον φυλούσαν οι στρατιώτες του Πιλάτου. Ήξεραν πολύ καλά, πως κινδύνευε η ζωή τους μιας και οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν το είχαν σε τίποτα να τις θανατώσουν, αφού το κλίμα που επικρατούσε στην Ιερουσαλήμ, μετά από όλα τα γεγονότα ήταν κατά πολύ αρνητικό και εχθρικό για όλους τους οπαδούς τους Κυρίου.

Όμως και στην περίπτωση αυτή, οι Μυροφόρες έκαναν την υπέρβαση. Διέφυγαν από την λογική της λογικής, από την «σφαίρα» της λογικής και πέρασαν στην λογική της πίστης στην «σφαίρα» της πίστης. Κάθε ενδοιασμός μέσα τους διαλύθηκε διότι η ακλόνητη πίστη τους, παρότρυνε το Άγιο Πνεύμα να τις ενισχύσει. Όπου πνεί το Πνεύμα το Άγιο, όπου πνέει το πνεύμα το Άγιο, εκεί δεν υπάρχει δειλία, δεν υπάρχει αμφιβολία, δεν υπάρχει φόβος, τρόμος και όλες οι παρεμφερείς ανθρώπινες αδυναμίες.

Όπου πνέει το Πνεύμα το Άγιο, υπάρχει ακλόνητη πίστη, υπάρχει βεβαιότητα, υπάρχει σιγουριά, υπάρχει ρώμη και θάρρος που υπερβαίνει κάθε έλλειψη, αδυναμία και ανασφάλεια.

Αλλά όπως είπαμε για να προσελκυστεί το Πνεύμα το Άγιο να δώσει αυτήν την πνοή πρέπει να διαπιστώσει υπέρβαση πίστης έναντι στην λογική μέσα στην ψυχή μας. Διότι η χριστιανική πίστη είναι αυτό ακριβώς: είναι μία υπέρβαση. Είναι υπέρβαση της λογικής, των αισθήσεων, των πεποιθήσεων, των γνώσεων και των προσωπικών μας εμπειριών και το ξεδίπλωμά μας σε έναν κόσμο που δεν τον ξέρουμε, αλλά μόνο τον ελπίζουμε. Θα πει και ο μέγιστος Παύλος: «πίστις εστί των ελπιζομένων υπόστασις». Πίστη είναι, να μετατρέψουμε μέσα μας σε αληθινή πραγματικότητα αυτά που ελπίζουμε.

Όχι αυτά που ελπίζουμε όμως από την δική μας εσωτερική, υποκειμενική κατάσταση και εμπειρία, αλλά αυτά που ελπίζουμε από την αγάπη του Θεού.

Έτσι λοιπόν, όταν ο άνθρωπος φτάσει σε αυτό το επίπεδο της επίγνωσης της θείας αλήθειας, που είναι η πίστη, όταν αφορίσει μέσα του, αυτά που ο κόσμος λέει και πιστεύει, αυτά που ο ίδιος πιστεύει και ξέρει, αυτά που ο ίδιος έμαθε από την δική του προσωπική εμπειρία, όταν εγκαταλείψει όλα αυτά τα δεσμά, τότε εισέρχεται σε έναν άλλον πρωτόγνωρο κόσμο, τον κόσμο της πίστης και τότε αναλαμβάνει τα ηνία, κάποιος άλλος.

Αναλαμβάνει τα ηνία της ζωής μας το Πνεύμα το Άγιο και κατευθύνει τα πράγματα όπου αυτό θέλει. Και το κάνει αυτό, όχι παραβιάζοντας την ελευθερία μας, αλλά απεναντίας, χρησιμοποιώντας την ελευθερίας μας. Αφού πούμε το «ναι» στο Πνεύμα το Άγιο, αφού παραιτηθούμε από κάθε τι λογικό και αποδεικτέο, τότε δίνουμε το τιμόνι της ζωής μας στο Πνεύμα το Άγιο και εμείς καθόμαστε αναπαυτικά και απολαμβάνουμε το ταξίδι της ζωής.

Θρονιαζόμαστε στον άνετο «θρόνο» της πεποίθησης και της σιγουριάς, πως «καλῶς πάντα πεποίηκεν το Άγιο Πνεύμα». Τα κάνει όλα καλά για λογαριασμό μας! Τι καλά που τα κάνει όλα το Άγιο Πνεύμα; «Καλῶς πάντα πεποίηκεν». Όλα τα έκανε και τα κάνει πολύ ωραία, πολύ καλά!

Και όλα αυτά τα απολαμβάνουμε με μία υπέρβαση. Εγκαταλείπουμε την λογική μας και αφηνόμαστε στην πίστη. Και όσο αφηνόμαστε τόσο εισέρχεται το Πνεύμα το Άγιο και όσο εισέρχεται, τόσο αφηνόμαστε, μέχρι που αυτή η κατάσταση γίνεται δεύτερη φύση, γίνεται ένας ξέφρενος χορός, ένα πανηγύρι, και όποιος αντέξει.

Αυτό έπαθαν και οι Μυροφόρες, αυτό έπαθε και ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας. Αγάπησαν τον Θεό, τον πίστεψαν και αφέθηκαν. Και το αποτέλεσμα το ακούσαμε σήμερα. Απλές γυναίκες της εποχής, σε μια εποχή που ο ρόλος της γυναίκας ήταν υποβιβασμένος, σε μια εποχή βάρβαρη όπου η ανθρώπινη ζωή δεν άξιζε απολύτως τίποτα, ξεκίνησαν την Κυριακή πρωί-πρωί να πάνε μόνες τους στο μνημείο.

Μπήκε στην ψυχή τους το Πνεύμα το Άγιο και ξέχασαν πως ήταν γυναίκες, ξέχασαν πως δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην ιουδαϊκή κοινωνία, ξέχασαν πως τον τάφο τον φυλούσαν Ρωμαίοι στρατιώτες έτοιμοι για όλα, και πήραν αρώματα και μύρα και ξεκίνησαν.

Ας μιμηθούμε και εμείς σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, τις Μυροφόρες εκείνες γυναίκες, εκείνες που πρώτες είδαν και άκουσαν από τον αστραπόμορφο άγγελο για την Ανάσταση και ας εγκαταλείψουμε, κάθε φοβία που μας κυριεύει, ας δραπετεύσουμε από κάθε μας δίλλημα όσον αφορά την επιλογή από μέρους μας της λογικής ή της πίστεως και ας αφεθούμε στην αγκαλιά του Θεού, ο οποίος το μόνο που θέλει είναι να Τον πιστεύουμε, αλλά να το αποδεικνύουμε αυτό με τα έργα μας.

Χριστός Ανέστη!